Δὲν θὰ ξαναδιψάσεις ποτέ!
Εὐαγγέλιον Κυριακῆς 14 Μαΐου, τῆς Σαμαρείτιδος (Ἰωάν. δ΄ 5-42)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ· ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. ὁ οὖν Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη. ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· δός μοι πιεῖν. οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· πῶς σὺ Ἰουδαῖος ὢν παρ᾿ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· ὃς δ᾿ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον. λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· οὐκ ἔχω ἄνδρα. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν. ἀλλ᾿ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν. λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι. καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἢ τί λαλεῖς μετ᾿ αὐτῆς; Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις· δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός; ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν. Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ραββί, φάγε. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον. οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμὸν ἤδη. καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινός, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε. Ἐκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικός, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα. ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ᾿ αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ, τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός.
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ - Ιωάν. 4,5-42
(14/5/2017)
Ο διάλογος με τους αλλοδόξους
Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά κεφάλαια της Ευαγγελικής
ιστορίας διηγείται, πολύ ζωντανά, σήμερα ο Ευαγγελιστής Ιωάννης,
αγαπητοί μου αδελφοί, τον διάλογο του Ιησού με την Σαμαρείτιδα
γυναίκα, πάνω από το πηγάδι του Ιακώβ, στην πόλη Συχάρ της
Σαμάρειας. Μετά από αυτόν τον διάλογο ζωής, κατά τη διάρκεια του
οποίου ο Κύριος αποκάλυψε τον εαυτό Του και την Μεσσιανική Του
αποστολή, η αμαρτωλή εκείνη γυναίκα, εξελίχθηκε σε διαπρύσιο
κήρυκα της Ευαγγελικής αλήθειας και έμεινε στην ιστορία ως η Αγία
και Ισαπόστολος Φωτεινή.
Ένα από τα στοιχεία της περικοπής που προκαλούν ιδιαίτερη
εντύπωση είναι το γεγονός πως ο Κύριος καταδέχεται και τολμά να
διαλεχθεί με μια γυναίκα η καταγωγή της οποίας ήταν απόλυτα
απαγορευτική για οποιαδήποτε προσέγγιση και συναναστροφή. Και
αυτό συνέβαινε γιατί μεταξύ των Ιουδαίων και των Σαμαρειτών
επικρατούσε παλαιά έχθρα, με θρησκευτικό υπόβαθρο, γι’ αυτό και οι
Σαμαρείτες θεωρούνταν αιρετικοί για τα θρησκευτικά δεδομένα της
εποχής. Ένα, μάλιστα, από τα θέματα των θρησκευτικών διαφορών των
δύο κοινοτήτων ήταν ο τόπος λατρείας του Θεού, περί του οποίου
σχετικό ερώτημα έθεσε η γυναίκα στον Κύριο, όταν αντιλήφθηκε ότι ο
άνδρας που είχε μπροστά της δεν ήταν τυχαίος, αλλά μεγάλος
προφήτης. Ο Χριστός, τότε, τής αποκάλυψε την ουσιαστική αλήθεια
περί της λατρείας του Θεού, η οποία δε μπορεί να υποβάλλεται σε
χωροχρονικούς περιορισμούς: Πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας
αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν
1. Ο Θεός είναι πνεύμα
και εκείνοι που Τον προσκυνούν πρέπει να Τον προσκυνούν
πνευματικά και αληθινά.
Θα μπορούσαμε, στη συνέχεια, να επικεντρώσουμε την προσοχή
μας σε πλείστα όσα σημεία της Ευαγγελικής αυτής ιστορίας, από τα
οποία ασφαλώς εξάγονται πολλά και ευεργετικά οφέλη. Θα
επιμείνουμε, όμως, στο γεγονός αυτό καθαυτό του διαλόγου του
Χριστού με μία αλλόδοξη ή και αιρετική γυναίκα, διά του οποίου, τόσο
η ίδια όσο και οι συμπολίτες της βρήκαν την αλήθεια στο πρόσωπο του
Θεανθρώπου. Το παράδειγμα του Ιησού ακολουθεί και οφείλει να
ακολουθεί διαχρονικά η Εκκλησία. Οφείλει να προβαίνει σε διάλογο
αληθείας, με εκείνους των οποίων η πίστη βρίσκεται σε πλάνη,
κινούμενη από βαθειά και ειλικρινή αγάπη, με σκοπό την επιστροφή
των πεπλανημένων στους κόλπους Της. Η προσπάθεια, όμως, αυτή τής Εκκλησίας, που συνιστά κατοχυρωμένη Ευαγγελική επιταγή, συχνά
αντιμετωπίζει άκριτη και αβασάνιστη κριτική ή και πολεμική από
διάφορους κύκλους εντός Της ή και εκτός Αυτής, οι οποίοι δε μπορούν
να υπερβούν επικίνδυνα στεγανά του παρελθόντος και να
συνταυτιστούν με τις πρωτοβουλίες και τις αποφάσεις των επισήμων
Εκκλησιαστικών οργάνων και δημιουργούν θόρυβο και αναταραχή,
προερχόμενη από έναν ανεξήγητο και απαράδεκτο θρησκευτικό
φανατισμό.
Προς την ενίσχυση του διαλόγου της αγάπης με τους
αλλοδόξους αδελφούς καταλυτική είναι η τοποθέτηση του Αγίου
Νεκταρίου, Επισκόπου Πενταπόλεως του Θαυματουργού, ο οποίος
σημειώνει: «Οι δογματικές διαφορές αναφέρονται στο κεφάλαιο της
πίστεως. Δεν επιτρέπεται να περιορίζουν την αγάπη. Γιατί το δόγμα
δεν καταπολεμεί την αγάπη. Δηλ. η διαφορά δόγματος δεν αίρει, δεν
καταργεί, το χρέος της αγάπης. Αντίθετα: η αγάπη είναι τόσο πλατειά,
ώστε συγκαταβαίνει και χαρίζεται στο μη ορθό δόγμα. Πάντα στέγει.
Πάντα υπομένει. Δεν επιτρέπεται το δόγμα ούτε να καθιστά την
αγάπη ανενεργό, ούτε να την αλλοιώνει, ούτε πολύ, ούτε στο ελάχιστο.
Η χωλαίνουσα πίστη των αιρετικών δεν επιτρέπεται ούτε καν να
αλλοιώσει και να υποβαθμίσει το προς αυτούς της αγάπης συναίσθημα,
το χρέος της αγάπης. Η αγάπη ουδέποτε, χάριν δογματικής διαφοράς,
πρέπει να θυσιάζεται...»2.
Συμπληρώνοντας τον Άγιο Νεκτάριο, ο Αρχιεπίσκοπος
Αλβανίας κ. Αναστάσιος, επισημαίνει: «Πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε
παρόντες στον παγχριστιανικό διάλογο, να μην αποσυρόμαστε στη
γωνιά μας, αυτοχαρακτηριζόμενοι ως απεσταγμένο ύδωρ. Εδώ κάποιοι
μάς κατηγορούν ότι, ανοίγοντας διάλογο οικουμενικό, προδίδουμε τις
Ορθόδοξες αρχές. Τούς απαντώ ότι η Ορθοδοξία είναι ένα διαμάντι και
δεν έχει να φοβηθεί τίποτα αν καθίσει δίπλα στους άλλους. Θα λάμψει
περισσότερο»3.
Η Εκκλησία, στους διαλόγους αυτούς, προσέρχεται, με πνεύμα
αγάπης και επιεικείας, έχοντας απόλυτα εδραιωμένη μέσα Της την
αυτοσυνειδησία της αλήθειας, την οποία κατέχει, χωρίς την
παραμικρή διάθεση εκπτώσεων και υποχωρήσεων σε θέματα δόγματος
και πίστεως. Γι’ αυτό οφείλουμε όλοι οι πιστοί, προσευχόμενοι, να
στηρίζουμε τις προσπάθειες των Εκκλησιαστικών μας ηγετών, οι
οποίοι, με φόβο Θεού, συνεχίζουν το έργο το οποίο άγιοι προκάτοχοί
τους ξεκίνησαν, αγωνιζόμενοι «υπέρ της των πάντων ενώσεως».
ΑΜΗΝ!
Αρχιμ. Ε.Ο.
1 Ιωάν. 4,24
2 Μελέτιος, Μητροπολίτης Νικοπόλεως & Πρεβέζης, «Εκκλησία», 15/2/1997, σελ. 119
3
Συνέντευξη, «Έψιλον» Ελευθεροτυπίας, 3/7/2005

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου